μοιραίος

μοιραίος
αία, ο[ν] роковой, неизбежный, фатальный; пагубный, гибельный;

τό μοιραίον τέλος — неизбежный конец; — неизбежная гибель;

μοιραία σύμπτωση роковое совпадение;
μοιραία γυναίκα роковая женщина;

τό δυστύχημα ήτο μοιραίον — несчастный случай был неизбежен


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μοιραίος" в других словарях:

  • μοιραίος — α, ο (Α μοιραῑος, αία, ον) αυτός που έχει οριστεί από τη μοίρα, προδιαγεγραμμένος, αναπόφευκτος, αναπότρεπτος («ήταν μοιραίο γεγονός η σύγκρουσή τους») νεοελλ. 1. αυτός που έχει καταδικαστεί από τη μοίρα, αυτός που φέρνει δυστυχία στον εαυτό του… …   Dictionary of Greek

  • μοιραίος — α, ο επίρρ. α 1. ο καθορισμένος από τη μοίρα, ο αναπόφευκτος, ο αναπότρεπτος: Ήταν μοιραίο να σε συναντήσω. 2. αυτός που φέρνει συμφορά, που έχει οδυνηρά αποτελέσματα, ο καταστρεπτικός, ο ολέθριος: Η αφηρημάδα του ενώ οδηγούσε στάθηκε μοιραία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μοιραίων — μοιραῖος of destiny fem gen pl μοιραῖος of destiny masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιραίαις — μοιραῖος of destiny fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιραίοις — μοιραῖος of destiny masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιραίοισι — μοιραῖος of destiny masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιραία — μοιραίᾱ , μοιραῖος of destiny fem nom/voc/acc dual μοιραίᾱ , μοιραῖος of destiny fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μοιραίας — μοιραίᾱς , μοιραῖος of destiny fem acc pl μοιραίᾱς , μοιραῖος of destiny fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγαμος — η, ο (Α ἄγαμος, ον) [γάμος] ανύπαντρος αρχ. 1. (κυρίως για άντρες) αυτός που δεν έχει γυναίκα, ανύπαντρος ή χήρος (για την ανύπαντρη γυναίκα λέγεται το «ἄνανδρος») 2. φρ. «γάμος ἄγαμος», ολέθριος, μοιραίος γάμος …   Dictionary of Greek

  • έρπης — Ιογενής πάθηση του δέρματος και των βλεννογόνων, που χαρακτηρίζεται από φυσαλιδώδες εξάνθημα. Διακρίνεται στον απλό έ. και στον έ. ζωστήρα. Ο απλός έ. είναι ιδιαίτερα συχνή νόσος, που προσβάλλει κατά προτίμηση τις περιοχές γύρω από το στόμα, τη… …   Dictionary of Greek

  • αίσα — (Aishah, 614; – Μεδίνα 678 μ.X.). Η τρίτη και πιο αγαπημένη από τις συζύγους του Μωάμεθ. Ο προφήτης την παντρεύτηκε όταν η Α. ήταν σε ηλικία επτά ετών, για να εξασφαλίσει την εύνοια του πατέρα της Αμπού Μπακρ, ισχυρού φύλαρχου. Η Α. ήταν η… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»